Ζήνος Δημήτριος: Αλεξάνδρου του Μακεδόνος 11

Ζήνος Δημήτριος: Γέννησις, κατορθώματα και θάνατος του Αλεξάνδρου του Μακεδόνος διά στίχου 11η συνέχεια


Ἐπερπατούσαμε λοιπὸν πλέο παρὰ βδομάδι͵

καὶ εἴδαμε κακὰ θεριὰ ὁπὄρχονταν ὁμάδι.

Σὲ τόπον ἐδιέβημαν͵ δένδρ΄ εἶδα ὡριωμένα͵

καὶ ὁ καρπός τους τὸ λοιπὸν ὡς μῆλα ἐσυφέρνα.

Ἀνθρώπους κεῖ ἐβλέπαμε κ΄ ἐλέγαν τους Σφοντύλους͵

ἦσαν μεγάλοι τὸ λοιπὸν κ΄ εἶχαν μακροὺς τραχήλους͵

μερία καὶ σαγόνια εἶχαν πολλὰ μεγάλα͵

ὡσὰν αὐτεῖνα μοῦ ποτὲ ἐγὼ οὐκ εἶδα ἄλλα.

Καὶ ἤλθασιν ἀπάνου μας κ΄ εἶχαν μεγάλο θράσο͵

ὅρισα γιὰ νὰ φέρουσι κανέναν γιὰ νὰ πιάσω.

Ἀπάνω τους ἐπήγαμε κι αὐτοὶ ἀντισταθῆκαν͵

κι ὀκ τοὺς δικούς μας ΄ξήντα τρεῖς τότε ἐσκοτωθῆκαν.

Ἀκόμη κι ἄλλους ἑκατὸν ἐκεῖνοι θανατώνουν

σ΄ ἐκεῖνο τ΄ ἀνακάτωμα͵ ἐκεῖνοι ποὺ μαλώνουν.

Καὶ τετρακόσοι τράντα δυὸ ΄ξ ἐκείνους σκοτωθῆκαν͵

ἐκ χεῖρας τῶν Μακεδονιῶν θάνατον ἐγευτῆκαν.

Ἐκεῖνα γὰρ τὰ πωρικὰ ὁποὺ Σφοντύλοι τρῶσι͵

΄ξ ἐκεῖνα τρώγαμε κ΄ ἐμεῖς ὡς γιὰ δική μας βρώση.

Εἰς τόπον ἐκατέβημεν καὶ πᾶμε βοδωμένοι͵

ἀνθρώπους κεῖ εὑρήκαμε͵ πολλά ΄σαν ἀγριωμένοι.

῎Ητονε γὰρ τὸ μάκρος τους ὡς τέσσαρα πηχάρια͵

ἤτονε καὶ τὸ πλάτος τους ὥσπερ εἰσὶ κονδάρια.

῎Ησανε δυνατοὶ πολλὰ σ΄ ἐμᾶς καὶ κατεβαίνουν͵

πολλοὺς ἐκ τοὺς στρατιῶτες μου αὐτεῖνοι θανατώνουν.

Καὶ ὅρισά τους τὸ λοιπὸν μὲ στιὰ σ΄ αὐτοὺς κ΄ ἐπῆγαν͵

καὶ τόμου εἶδαν τὴν ἱστιάν͵ τότες αὐτεῖνοι φύγαν.

Ἀποταχιὰ ἐπήγαμε σ΄ ἐκείνων τὰ κρεβάτια͵

θεριὰ σ΄ αὐτεῖνα ηὕραμε κ΄ εἴχασι τρία μάτια͵

τὸ μάκρος πῆχες τέσσαρες͵ δεμένα σὲ κολόνες·

μεγάλους ψύλλους ηὕραμε κ΄ ἦσαν ὡσὰν χελῶνες.

Καὶ μετὰ ταῦτα ἤλθαμε σὲ τόπον πού ΄τον βρύση͵

καθίζουν στρατιῶτες μου ἐκ τὸ νερὸ νὰ πιοῦσι·

στὴν βρύση τότ΄ ἐκάθισε καθένας ξεγνοιασμένος͵

ἄνθρωπος κεῖθεν ἀπερνᾶ κ΄ ἤτονε μαλλιασμένος.

Καὶ ὅρισα κ΄ ἐπιάσαν τον͵ ἄγρια μᾶς κοιτάζει·

ποῖος αὐτεῖνον νὰ μὴ δῆ καὶ νὰ μηδὲν θαυμάζη;

Ὅρισα δὲ νὰ γδύσουσι γυναίκα νὰ τοῦ πᾶσι͵

φόρις νὰ ἔλθη ΄ς πεθυμιὰ καὶ νὰ τὴν ἀγκαλιάση·

καὶ ἕνας ἐκ τοὺς στρατηγοὺς ἐκεῖ τοῦ τὴν ὑπάγει͵

ἐκεῖνος τότ΄ ἐχύμησε ἐκείνη γιὰ νὰ φάγη·

ἄνθρωποι τότε ἔδραμον γυναίκα νὰ γλυτώνουν͵

κι αὐτεῖνος τότ΄ ἐφώναξε͵ ἄλλοι ΄κ τὸ δάσο βγαίνουν.

Τότες πάλι ἐξέβησαν μέσα ΄κ τὸν καλαμιώνα͵

ὡσὰν τὰ ἄστρα τ΄ οὐρανοῦ σὰν ἐκεινοὺς ἐβγαῖνα.

Εἰς τὸ καλάμι ὅρισα ἱστία γιὰ νὰ βάλουν͵

ἀπὸ τὴν κάψιν τῆς ἱστιᾶς δὲν ἦλθαν νὰ προβάλουν.

Καὶ πάλι τότες τὴν φωτιὰ ἐμπρός τους τὴν ὑπῆγαν͵

καὶ τόμου εἶδαν τὴν φωτιά͵ τότες αὐτεῖνοι φύγαν.

Καὶ πεντακόσους ἔπιασαν͵ τότες τοὺς ἐταυροῦσαν͵

φωνὴ δὲν εἴχανε ποσῶς͵ σὰν σκύλοι ἐβαβοῦσαν.

Γλήγορα ἀπεθάνασι͵ ποσῶς δὲν ἐβαστάξαν͵

ἐκεῖ ποὺ τοὺς ἐσύρνασι τότες γιαμιὰ πλαντάξαν.

Ἐτότες πάλι τὸ λοιπὸν σ΄ ἕνα ποτάμι πᾶμε͵

ἐκεῖ γὰρ ἐπεζεύσαμε ὅλοι διὰ νὰ φᾶμε.

Ἐκεῖ ηὑρίσκονταν δενδρά͵ εἰς ὥρας ἓξ αὐξαίνουν͵

σὰν ἐπατοῦσαν οἱ ἑπτά͵ ἀρχίζαν νὰ λιγαίνουν.

Καὶ δάκρυα ἐστάζασι͵ σὰν μόσχος ἐμυρίζα͵

τὸ δάκρυον κατέβαινε εἰς τοῦ δενδροῦ τὴ ῥίζα.

Καὶ ὅρισά τους μὲ σπουδὴν τὰ δένδρα νὰ χαράσσουν͵

διὰ νὰ στάζη τὸ λοιπόν͵ τὰ δάκρυα νὰ συνάσσουν.

Κ΄ ἐκεῖνοι ὁποὺ κόπτασι τὰ δένδρη ποὺ μυρίζαν͵

ἀόρατοι γὰρ ἄνθρωποι ἐκείνους ἐραβδίζαν.

Οἱ ἄνθρωποι ἐρχόντησαν καὶ ἦσαν πληγωμένοι͵

καὶ πλέο δὲν τὰ γγίζασι αὐτεῖν΄ οἱ ῥαβδισμένοι.

Τοὺς ῥαβδισμένους βλέπομε καὶ ὅλοι ἀποροῦμε͵

ἐκείνους ποὺ τοὺς δέρνουσι νὰ δοῦμε δὲν μποροῦμε.

Φωνὴ γὰρ ἦλθεν εἰς ἡμᾶς καὶ ἦτον ἀοράτος͵

τὰ δένδρη νὰ μὴν κόπτωμε οὐδὲ τὴ μυρωδιά τως.

Ἐκεῖθεν ἀσηκώθημαν τότες κ΄ ἐπερπατοῦμαν͵

εἰς ποταμὸν ἐπήγαμε κ΄ ἐπερικαρτεροῦμαν.

Μαῦρα λιθάρια βρίσκονταν στὸν ποταμὸν ἐκεῖνον͵

καὶ ὅποιος κεῖνος τά ΄πιανε͵ μαύριζ΄ ὡς Σαρακῆνον.

῏Ησαν καὶ δράκοντες πολλοὶ σ΄ ἐκεῖνο τὸ ποτάμι͵

καὶ μουλωμένοι στέκασι μέσα εἰς τὸ καλάμι.

Εὑρήκαμε καὶ ψάρια͵ κανεὶς δὲν τὸ θυμήθη͵

μέσα ΄ς νερὸ τὸ βάλαμε͵ τότες αὐτεῖνο ψήθη.

Εἰς τὴν φωτιὰ τὰ βάλαμε καὶ ὅλοι ἐφυσοῦσαν͵

καὶ τὴν ἱστίαν τίποτες ποσῶς δὲν ἐγρικοῦσαν.

Ἕνας στρατιώτης τὸ λοιπὸν ψάριν εἶχε ξυσμένο͵

μέσα στὴν βρύσιν τό ΄βαλε κ΄ ηὑρέθηκε ψημένο.

Λοιπὸν αὐτὸς ὁ στρατηγὸς ἔδειξε τοῦ καθένα

καὶ τὰ ὀψάρια τὸ λοιπὸν σὰν αὖτον τὰ ἐψένα.

Πάλι σ΄ αὐτὸν τὸν ποταμὸν ὄρνεα εὑρεθῆκα͵

ὅποιος ἐκεῖνος τά ΄πιανε καίγετον παραυτίκα.

Καὶ τὴ στρατεία ὅρισα αὐτεῖνα νὰ μὴ πιάσουν͵

μόνον νὰ τὰ ἀφήνουσι ὡς διὰ νὰ πετάσουν.

Ἐκεῖθεν ἐδιάβημαν κ΄ ἐχάσαμε τὸν δρόμον͵

οἱ στρατιῶτες εἴχανε τότε μεγάλον τρόμον.

Ἐλέγανέ μου τὸ λοιπὸν ὀπίσω νὰ στραφοῦμε͵

μηδὲν ὑπᾶμε παραμπρός͵ μήπως ἐκεῖ χαθοῦμε.

Ἐγὼ τοὺς ὅρισα λοιπὸν ὀμπρὸς νὰ περπατοῦμε͵

τὸν τόπον νὰ ξανοίξωμε͵ τίποτες γιὰ νὰ δοῦμε.

Θεριὰ ἑξάποδα λοιπὸν σ΄ ἐμᾶς ἐκατεβῆκαν͵

οἱ στρατιῶτες τά ΄διωχναν κι αὐτεῖνα κρυβηθῆκαν.

῎Ητονε καὶ τὸ μάκρος τους ὡς ἕξι γὰρ πηχάρια͵

καὶ ἄλλα ἀπαντήσαμε͵ πέντέ ΄χαν γὰρ ποδάρια.

Καὶ ἄλλα ἀπαντήσαμε͵ μὲ τρία μάτια ἦσαν͵

΄ξ ἐκεῖνα οἱ στρατιῶτες μου πολλὰ γὰρ ἀφανίσαν·

καὶ ὅθεν μᾶς ἐβλέπασι͵ τρέχαν καὶ πιλαλοῦσι͵

καὶ πλέα δὲν ἀκαρτεροῦν σ΄ ἐμᾶς ν΄ ἀντισταθοῦσι.

Ἐκεῖθεν ἐδιάβημαν͵ θεριά ΄δαμ΄ ὡς πουλάρια͵

τὸ εἶδος τους ἐσύφερνε ὡσὰν ἀγριογαδούρια·

τέσσαρα μάτια εἴχασιν ὁ καθεεὶς ἐξ αὔτους͵

ὡσὰν γαδάροι τὸ λοιπὸν ὀρθώνασι τ΄ ἀφτιά τους.

Εἰς ἄλλον τόπον πήγαμε κ΄ ἦσαν ἀνθρῶποι ἄλλοι·

λοιπὸν στὸ στῆθος εἴχανε αὐτεῖνοι τὸ κεφάλι.

Τότες τοὺς ἐκοιτάξαμε καὶ βλέπομε καθάρια

καὶ τὴν τροφὴν ποὺ ζούσασι͵ ἐτρώγασι τὰ ψάρια.

Τόπος ἦτον θαλάσσιος͵ φῶκες ἦσαν μεγάλες͵

ὡσὰν ἐκεῖνες τὸ λοιπὸν ποτὲ οὐκ εἶδα ἄλλες.

Φίλοι μου μὲ παρακαλοῦν ὀπίσω νὰ γυρίσω͵

ἐγὼ δὲν ἤθελα ποσῶς αὐτείνους γιὰ ν΄ ἀκούσω.

Πάλι ἐκαταντήσαμε εἰς ἔρημον γὰρ τόπον

κ΄ ἤλθαμε ΄ς περιθάλασσον μὲ βιὰ πολλὴ καὶ κόπον·

καὶ δὲν ἐβλέπαμε ἐκεῖ ὄρνια οὐδὲ θηρία͵

μόνον γὰρ γῆ καὶ οὐρανὸν σ΄ ἐκείνην τὴν μερία.

Ἡμέρες δέκα κάμαμε ἥλιον γὰρ νὰ δοῦμε͵

καὶ λίγο φῶς ἐβλέπαμε͵ μὲ δαῦτο περπατοῦμε.

Κ΄ εἰς θάλασσαν διέβημαν καὶ τότε πάλι ἐποῖκα͵

καράβια βρήκαμε μικρά͵ σ΄ αὐτεῖνα μέσα μπῆκα.

Καὶ ἐξ ἐμᾶς ἐμπήκανε εἰς τὸ καράβι κεῖνο͵

κοντὰ ΄ς νησὶν διέβημαν͵ ΄κοῦμεν φωνὰς Ἑλλήνων.

Καὶ τὴν φωνὴν ἀκούομε κ΄ ἐκείνους ποὺ λαλοῦνε

ποσῶς οἱ στρατιῶτες μου οὐδὲν μποροῦν νὰ δοῦνε.

Εἰς τὸ νησὶ ἠθέλαμε ἔξω διὰ νὰ βγοῦμε͵

καὶ πάλι ἐφοβήθημαν στὰ λόγια ὁποὺ ΄κοῦμε.

Τοὺς στρατιῶτες ὅρισα νὰ πᾶσι γιὰ νὰ δοῦσι͵

μέσα ὀλίγο στὸ νησί͵ νὰ δοῦν τὸ ποιοὶ λαλοῦσι.

Οἱ στρατηγοὶ ἐγδύθηκαν κολύμπου γιὰ νὰ πᾶσι͵

τότε καβοῦροι βγήκανε͵ ἁρπάσσουν νὰ τοὺς φᾶσι.

Ἐπνίξανέ μου τὸ λοιπὸν στρατιῶτες γὰρ σαράντα͵

ὅλοι τους ἦσαν διαλεκτοί͵ πού ΄σαν τῆς χρείας πάντα.

Ἐτότες ἐφοβήθημαν͵ δυὸ μέρες περπατοῦμε͵

οὐδὲν μποροῦμαν γὰρ ποσῶς ἥλιον γιὰ νὰ ἰδοῦμε.

Μακάρων χώρα θέλησα νὰ τὴν ἰδῶ ἐκείνη͵

εἰς αὔτην τότ΄ ἐπήγαινα μὲ τὴν ἐσπλαγχνοσύνη.

Ἀγάπουν γὰρ οἱ ἄρχοντες ἐκείνη γιὰ νὰ δοῦσι͵

γιατί͵ ἐλέγαν οἱ σοφοί͵ αὐτεῖνοι πάντα ζοῦσι.

Ὁ Καλλιστένης͵ φίλος μου͵ τότες μοῦ συβουλεύει͵

μὲ πεντακόσους χίλιους στὸν τόπον κεῖ νὰ ΄δεύη·

ἄλλους σαράντα τὸ λοιπὸν ΄κ τοὺς φίλους μου νὰ πάρη͵

ἐκεῖ γιὰ νὰ πηγαίνωμε͵ σ΄ ἐκεῖνο γὰρ τὸ θάρρει.

Ὄνους γὰρ μοῦ ἐνόησε νά ΄ναι στὴν ἐξουσά μου͵

καὶ τὸ φουσάτο τὸ λοιπὸν μὴ λείπ΄ ἀπὸ κοντά μου.

Ἐκεῖ ἐπερπατούσαμε καὶ ἤτονε σκοτάδι͵

εἴκοσι μέρες τὸ λοιπὸν μαῦρό ΄τον σὰν τὸν Ἅδη.

Καὶ πέντε ἄλλες πήγαμε͵ <΄ς> σκοτάδι περπατοῦμαν͵

ἐκεῖ ποὺ περπατούσαμε τινὰν δὲν ἐθωροῦμαν.

Σὲ βρύσιν ἐδιέβημαν͵ κ΄ ἔλαμπε τὸ νερό της

ὡσὰν ἡμέρα φωτεινή͵ ἔτσ΄ ἔλαμπε τὸ φῶς της.

Ἐκεῖ ὅπου πηγαίναμε͵ στὴ βρύση τότε πάγω͵

κι ὄρεξη τότε μὄκαμε ἐμένα γιὰ νὰ φάγω.

Καὶ ὅρισα τὸν μάγερα προσφάγι νὰ ΄ρδινιάση͵

καὶ παρευθὺς ὁ μάγειρος τάραχον τότ΄ ἁρπάσσει.

Ἐδιάβηκε στὴ φωτεινὴ βρύση γιὰ νὰ τὸ πλύνη

κ΄ ἔφυγε ὀκ τὰ χέρια του͵ ὅλο ψαράκι γίνη.

Αὐτὸς ὁ μάγειρος λοιπὸν ἐτότες ἐκομπώθη͵

οὐδὲν μοῦ εἶπε τίποτες γιὰ κεῖνο ποὺ ψυχώθη.

Ἐκεῖθεν ἐδιάβημαν καὶ ὄρνεα πετοῦσαν͵

καὶ εἶχαν ὄψη ἀνθρωπινή͵ ἑλληνικὰ λαλοῦσαν.

Ἔλεγεν ἔτσι ἡ φωνή· «Λέξανδρε͵ τί διαβαίνεις

στὴν γῆν ὁπού ΄ναι οἱ θεοί͵ φουσάτο τί τὸ φέρνεις;

Οὐδὲν μπορεῖς γιὰ νὰ ἰδῆς μακάρων γὰρ τὴ χώρα͵

οὐδὲ βαστᾶ σε ἡ ζωὴ νὰ πάγης διὰ τώρα.

Μηδὲν ἀκαρτερῆς λοιπόν͵ κάμε νὰ πᾶς ὀπίσω.»

Γρικώντας τοῦτο γὰρ ἐγὼ δὲν εἶχα τί νὰ ποίσω.

Καὶ πάλι τότε λέγει μου· «Σύρε νὰ πολεμήσης

τὸν Πῶρο γὰρ τὸν βασιλιά͵ ὡς γιὰ νὰ τὸν ὁρίσης.»

Ὀμπρὸς ὑπᾶνε τὰ πουλιὰ εἰς τὴν ἐπίσκεψή μας͵

κ΄ εὐτεῖν΄ ἀκολουθούσαμε καὶ ἦταν ὁδηγοί μας.

Εἴκοσι πέντε τὸ λοιπὸν ἡμέρες περπατοῦμεν͵

ποὺ φῶς ἐκάμαμε λαμπρὸν ἐτότες γιὰ νὰ δοῦμεν.

Καὶ εἴπασί μας τὰ πουλιά͵ ἐκεῖ ποὺ περπατοῦμε͵

στὴ γῆ γιὰ νὰ πεζεύσωμε νὰ πάρωμ΄ ὅ͵τι βροῦμε.

Πολλοὶ ἐκ τοὺς στρατιῶτες μου ἀπὸ τὴν γῆν γὰρ παίρνουν͵

ἐκ τὸ σκοτάδι βγήκασι͵ τότε στὸ φῶς παγαίνουν.

Εἰς τὸ σκοτάδι πασαεὶς ἐκεῖνο ποὺ ψηλάφει͵

ὡσὰν ἐβγήκασι στὸ φῶς͵ εὑρέθηκε χρυσάφι.

Τότε ὁ μάγερος λοιπὸν αὐτεῖνο ἐθυμήθη͵

ἐκεῖνο ποὺ ψυχώθηκε͵ τότες μοῦ τὸ ΄ξηγήθη.

Τότες ἐγὼ θυμώθηκα͵ εἶπα καὶ τὸν σκοτώνουν͵

στὴν γῆ ἐκείνη ἀπέθανε͵ σκάφθουν νὰ τόνε χώνουν.

Ἐσᾶς νὰ εὕρη μὲ ὑγειὰ γλήγορα ἡ γραφή μου͵

γιὰ νά ΄στε πάντα τὸ λοιπὸν εἰς τὴν ἐπίσκεψή μου.»

Ὁ δὲ Ἀλέξανδρος λοιπὸν ἤθελε γιὰ νὰ ποίση

μὲ Πῶρον γὰρ τὸν βασιλιὰ νὰ πὰ νὰ πολεμήση.

Ὁ τόπος ἤτονε κακός͵ πετρώδης κ΄ ἐγογγύζαν͵

οἱ Μακεδόνες ὅλοι τους τότε ἐμουρμουρίζαν.

«Καὶ δὲν τὸν σώνει»͵ λέγασι»͵ «Δάρειον ὁπ΄ ὁρίζει͵

μὰ σύρνει μας στὴν ἐρημιά͵ θὲ νὰ μᾶς τυραννίζη.

Ἂς ἒν ὁ Δάρειος αὐτὸς ἐγύρευέ μας τέλος͵

λοιπὸν ἐδώσαμέ του το εἰς τὴν καρδιά του βέλος.

Δὲν σώνει ποὺ μᾶς ἔσυρνε ἐκεῖ στὴν ἐρημίαν͵

μὰ λὲ νὰ πολεμήσωμε τοῦ Πώρου βασιλείαν.

Καὶ πάλι τώρα σύρνει μας νὰ πὰ νὰ πολεμοῦμε͵

κορμία μας νὰ χάσωμε καὶ νὰ κακοπαθοῦμε.

Ἂν ἔναι ὁ Ἀλέξανδρος σ΄ αὐτεῖνον μανιωμένος͵

ἂς πολεμίζη μοναχός͵ ἁμά ΄ναι ἀνδρειωμένος.»

Σὰν τ΄ ἄκουσεν Ἀλέξανδρος͵ τοὺς Μακεδόνας κράζει͵

ἀπὸ τοὺς Πέρσες τὸ λοιπὸν σὲ δύο τοὺς μοιράζει.

Καὶ εἶπε· «Στρατιῶτες μου͵ ἄνδρες συμμαχισμένοι͵

εἰπέτε τί σᾶς ἔκαμα καὶ εἶστεν λυπημένοι.

Καὶ λέγετέ μου τὸ λοιπὸν μόνος νὰ πολεμίζω;

Καὶ τοῦτο ἔναι φανερόν͵ τὰ ἔθνη γὼ ΄φανίζω.

Δὲν ἤμουν πάντα μπροστινὸς ὁπὄκαμνα τὴ μάχη;

Πάντα μου σᾶς ἀνάγκαζα γιὰ νά ΄στε πολεμάρχοι.

Ἐγώ ΄καμνα τὰς μηχανὰς σὰν ἕνα παλικάρι͵

καὶ δὲ μ΄ ἐστείλετε ἐσεῖς ΄ς Δάρειον ΄ποκρισάρη;

Θυμάστεν ποὺ δειλιάζετε σὲ πόλεμον νὰ βγῆτε;

Ὅλους ἐγὼ σᾶς ἔκαμνα διὰ νὰ πολεμῆτε.

Θέλετε νὰ μισέψετε͵ τινὰς δὲ σᾶς κρατίζει͵

οὐδὲ μποδίζει σας κανείς͵ οὐδὲ σᾶς περιορίζει.

Καὶ ταῦτα λέγω εἰς ἐσᾶς͵ στρατιὰ οὐδὲν φροντίζει͵

δίχως φροντίδα βασιλιῶς τίποτα δὲν ἐχρήζει.»

Ἐτοῦτα εἶπ΄ Ἀλέξανδρος͵ ὅλοι παρακαλοῦσι

στὰ λόγια ποὺ συντύχασι νὰ τοὺς τὰ συμπαθήση.

Καὶ ὅλοι τὸν παρακαλοῦν νὰ παύση τὴν ὀργήν του

καί͵ ὅ͵τι ὁρίσ΄ Ἀλέξανδρος͵ νὰ εἶναι στὴν βουλήν του.

Εἰς ἕξι μέρες τὸ λοιπὸν στὰ ὄρη Ἴνδων σώνουν͵

ἐκεῖ γὰρ ἀπεζεύσασι ὅλοι τους καὶ τεντώνουν.

Ἀπὸ τοῦ Πώρου ἄνθρωπος εἰς τὸ φουσάτο μπαίνει͵

γραφὴν ἐβάστα τὸ λοιπόν͵ Λεξάνδρου τὴν παγαίνει·

«Ὁ Πῶρος τοῦ Ἀλέξανδρου λέγει του πὼς ὁδεύεις

καὶ περπατεῖς ὁλόγυρα τὲς χῶρες καὶ κουρσεύεις.

Ἐγρίκησα καὶ ἔρχεσαι ἐδῶ νὰ πολεμήσης.

Ἐπεὶ λογᾶσαι ἄνθρωπος͵ τί ἔχεις θεοῦ νὰ ποίσης;

Καὶ παρὰ πάντας ἄνθρωπος πλεώτερος λογᾶσαι;

Ἐγὼ ποὺ εἶμαι ἄκτιστος͵ κάμε νὰ μὲ φοβᾶσαι.

Ὄχι ἀνθρώπους μοναχὰ γρικᾶς ἐγὼ τὶ ὁρίζω͵

ἀμὴ ὁρίζω καὶ θεοὺς κ΄ ἐδῶθεν τοὺς ξορίζω.